Τι είναι το ελαιόλαδο ψυχρής έκθλιψης

Αναλυτική περιγραφή της διαφοράς ενός ελαιόλαδου ψυχρής έκθλιψης με ενός του εμπορίου

Το ελαιόλαδο που παράγεται από παραγωγούς για μη εμπορική χρήση, είναι σε κάθε περίπτωση ανώτερης ποιότητας από τα ελαιόλαδα του εμπορίου. Η διαδικασία παραγωγής του αγουρέλαιου διαφέρει από αυτή των εμπορικών ελαιόλαδων. Για την παραγωγή αγουρέλαιου, το σημαντικότερο πράγμα είναι η κατάλληλη χρονική στιγμή της συγκομιδής της ελιάς. Έτσι, συλλέγονται πράσινες ελιές, χωρίς να είναι πολύ ώριμες, οι οποίες παράγουν λάδι χαμηλής οξύτητας. Αντιθέτως, τα ελαιόλαδα που προκύπτουν από ώριμες ελιές, έχουν μεγαλύτερη οξύτητα.

Ο καρπός της ελιάς συλλέγεται με το χέρι, ώστε να μην προκαλούνται χτυπήματα και εντός λίγων ωρών υφίσταται προ-επεξεργασία, δηλαδή, απομάκρυνση των ξένων υλών και πλύση με νερό. Αμέσως μετά, ξεκινάει η διαδικασία παραγωγής ελαιόλαδου, κατά την οποία, οι ελιές πιέζονται σε υδραυλική πρέσα, χωρίς νερό. Το λάδι που προκύπτει από αυτή τη διαδικασία ονομάζεται «αφιλτράριστο παρθένο ελαιόλαδο ψυχρής έκθλιψης». Το προϊόν αυτό δεν φιλτράρεται για να διατηρήσει την φυσικότητά του και να μην απομακρυνθούν πολλά θρεπτικά του συστατικά.

Θρεπτική αξία παρθένου ελαιόλαδου ψυχρής έκθλιψης (αγουρέλαιου)

Το ελαιόλαδο που είναι ψυχρής έκθλιψης, έχει έντονο πράσινο χρώμα, ιδιαίτερη οσμή και ξεχωριστή γεύση. Είναι πλούσιο σε:

  • Στερόλες
  • Λιπαρά οξέα, κυρίως ελαϊκό οξύ (ω-9)
  • Λινολενικό οξύ (ω-3)
  • Λινελαϊκό οξύ (ω-6).
  • Αντιοξειδωτικές ουσίες, όπως βιταμίνη Ε, βιταμίνη C, καροτινοειδή, φαινόλες και πολυφαινόλες.

Το αγουρέλαιο που παράγεται με τη μέθοδο της ψυχρής έκθλιψης είναι πολύ ανώτερο ποιοτικά, καθώς διατηρεί τη φυσικότητά του και δεν περιέχει άλλες χημικές ουσίες. Όμως, το υψηλό κόστος και η μη αποδοτικότητα στην ποσότητα του παραγόμενου ελαιόλαδου ψυχρής έκθλιψης, βιομηχανοποίησε την παραγωγή. Επέβαλε δηλαδή, την παραγωγή ελαιόλαδου με το χαμηλότερο δυνατό κόστος, σε βάρος της ποιότητας και της θρεπτικής του αξίας.

Δυστυχώς όμως, τα τελευταία χρόνια το εμπόριο του ελαιολάδου έχει καταλήξει να είναι ανεξέλεγκτο. Ο λόγος είναι ότι το ελαιόλαδο που υπάρχει στο εμπόριο, είναι κατά πολύ διαφορετικό από αυτό που κατανάλωναν οι πρόγονοί μας. Το χαμηλό κόστος και η ποιότητα των ελαιόλαδων που βρίσκουμε σήμερα, είναι αποτέλεσμα κακής ποιότητας καρπών, ή ακόμα και κακών συνθηκών αποθήκευσης, έχοντας ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση του προϊόντος. Επίσης, τα σύγχρονα ελαιοτριβεία χρησιμοποιούν νερό υψηλής θερμοκρασίας για να πραγματοποιηθεί φυγοκέντρηση και διαχωρισμός του ελαιόλαδου, ώστε να επιτευχθεί μεγαλύτερη παραγόμενη ποσότητα προϊόντος. Όμως, η διαδικασία αυτή εξαλείφει τις πολυφαινόλες του ελαιολάδου, επειδή είναι διαλυτές στο νερό, έχοντας ως αποτέλεσμα και τη μειωμένη διάρκεια ζωής του προϊόντος. Ακόμα, το φιλτράρισμα του ελαιολάδου μειώνει την θρεπτική του αξία, αλλά πραγματοποιείται για να καταστήσει το ελαιόλαδο διαυγές και περισσότερο “καθαρό”. Το γεγονός αυτό, αντίθεση με το ανεπεξέργαστο ελαιόλαδο, το οποίο είναι μερικώς θολό λόγω των θρεπτικών του συστατικών.

Τέλος, πολλά από τα επεξεργασμένα ελαιόλαδα, υφίστανται τεχνητή μείωση της οξύτητάς τους με χημικές διαδικασίες. Έτσι, μειώνεται το κοστολόγιο, το προϊόν χαρακτηρίζεται “έξτρα παρθένο” και είναι ιδανικότερο στα ματιά των καταναλωτών.